Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Έδωσε το εργαλείο του σε εκείνη για να του κρατάει. Άνοιξε το σάκο και τράβηξε μερικά εργαλεία. Προσπάθησε να ξύσει το διάκενο ανάμεσα στις καρεκλες. Το επίχρισμα που ένωνε τις πέτρες αποδεικνυόταν ιδιαίτερα ανθεκτικό. Το αποτέλεσμα ήταν μηδαμινό.
«Θέλουμε ένα μήνα για να κουνήσουμε, έστω και μία πέτρα μ αυτόν τον τρόπο. Άσε που μπορεί να έχει κι άλλο τοίχο πίσω από τα φθηνα επιπλα. Δεν μπορεί όμως, κάποια αχίλλειο πτέρνα θα ‘χει. Αν είχα περισσότερο φως, ίσως να εντόπιζα κάποιο αδύνατο σημείο», είπε κοιτώντας γύρω του την αλλαγη ταπετσαριας.
Κινήθηκε προς τους κοντινότερους δαυλούς. Έβαλε το χέρι του στην κορυφή του ενός. Έμοιαζαν τόσο αρχαίοι όσο και ο λίθος που τους στήριζε. Το εύφλεκτο υλικό πάνω τους έμοιαζε να έχει πετρώσει. Ακόμα και το ξύλινο στέλεχος είχε γίνει σκληρό και βαρύ. Έβγαλε από την τσέπη έναν αναπτήρα και προσπάθησε να θερμάνει το πάνω μέρος μήπως είχε απομείνει σ’ αυτό κάποια, ισχνή έστω, λωρίδα ανάφλεξης.
Η θεωρία για κάποιο σημείο με μπουφεδες
Την τράβηξε στο κρεβάτι να ξαπλώσουν. Προσπάθησε να της περιγράψει τα γεγονότα της επεισοδιακής νύχτας, μα στα μισά τον πήρε ο ύπνος. Εκείνη έκλεισε αθόρυβα το φως και σε λίγο κοιμήθηκε δίπλα στις καρεκλες. Είχε αρχίσει να δένεται μαζί του περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να φανταστεί.
Το επόμενο πρωί μετά από δυο καφέδες και ένα χυμό, κατάφερε να είναι συνεπής στο ραντεβού του. Η φίλη του πήγε μαζί του. Όπως του είχε ανακοινώσει με σοβαρότητα, δε θα τον άφηνε να πάει μόνος του πια ούτε στην τουαλέτα. Είχε γελάσει με την καρδιά του. Έφτασαν στην πλατεία του δυο λεπτά πριν από τον ίδιο και ξεκίνησαν όλοι μαζί για το περιώνυμο σπίτι του επιπλου. Εκεί τους περίμενε ένας ακόμα φίλος του . Ασπάστηκαν τρεις φορές και έγιναν οι συστάσεις. Αν η θεωρία τους ήταν σωστή, τότε θα έπρεπε σε κάποιο σημείο να δουν τους μπουφεδες , με τη γνωστή πια σκαλιστή μορφή και τεχνοτροπία.
δώρο στην κυρία ένα μηχανικό ιπτάμενο επιπλο.
Όλα ξεκίνησαν όταν διάβασε για πρώτη φορά κάποιες σημειώσεις του καθηγητή στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου όπου σπούδαζε. Μέχρι εκείνη τη μέρα ήταν ένας τυπικός και επιμελής σπουδαστής. Από τότε που το χειρόγραφο του καθηγητή του άνοιξε την πόρτα προς τα επιπλα κορινθος, δεν ήθελε να ασχοληθεί με τίποτε άλλο. Κοιμόταν ελάχιστα. Διάβαζε δεκαοχτώ ώρες τη μέρα οποιοδήποτε ερμητικό ή ελεύθερο κείμενο έπεφτε στα χέρια του. Από νωρίς κατάλαβε ότι ένας μαγικός κόσμος κρυβόταν στη σκιά του πραγματικού και έπρεπε να τον αποκαλύψει.
Δεν περιορίστηκε στα επιπλα. Έγινε ειδικός στη χαρτογράφηση και άρχισε να συντάσσει ναυτικούς χάρτες. Οι μαθηματικές του γνώσεις ήταν θαυμαστές για την εποχή. Η φήμη του είχε αρχίσει να εξαπλώνεται και επέστρεψε. Μετά την άνοδο της κυρίας απέκτησε τον πιο ισχυρό του σύμμαχο. Την ημέρα της επιστροφής της έκανε δώρο στην κυρία ένα μηχανικό ιπτάμενο επιπλο. Το δώρο ενθουσίασε την κάτοχο του επιπλου και ο σπουδαστής απέκτησε έξοδο στην αυλή.
Επίσκεψη στο σπίτι με την κομψή και ακριβή διακόσμηση.
Στο άνοιγμα εμφανίστηκε ένας άντρας από το υπηρετικό προσωπικό, όπως μαρτυρούσε η γαλάζια φορεσιά και το σκουφί. Κάτι πήγε να πει, αλλά μόλις πρόσεξε το μαύρο κορδόνι έσπευσε να ανακοινώσει τον ερχομό του. Ξαναβγήκε σε λίγο μαζί με κάποιον άλλο για να κουβαλήσουν το τραπεζι.
«Ο κύριος μου περιμένει την ευγένεια σας στο σαλονι. Νομίζω ότι ξέρετε σχετικά με τα επιπλα…» ανακοίνωσε ο υπηρέτης με επίσημο ύφος.
«Ξέρω, ξέρω, ευχαριστώ», τον διαβεβαίωσε και μπήκε χωρίς να χάσει χρόνο στο ψηλοτάβανο σπίτι με την κομψή και ακριβή διακόσμηση.
Έφτασε στο μεγάλο σαλονι, στη μέση του οποίου ένας άντρας ξεφύλλιζε ένα βιβλίο. Όταν τον είδε έσπευσε να τον προϋπαντήσει, παρακάμπτοντας τα στρωματα πού ήταν εμπρός του. Αντάλλαξαν μια περίεργη χειραψία και κατόπιν ο οικοδεσπότης, που δεν ήταν πάνω από σαράντα χρόνων, δηλαδή πάνω κάτω στην ηλικία του φιλοξενούμενου, τον καλωσόρισε.
«Ως ευ παρέστητε, αδελφέ Ουίλιαμ ». «Ταπεινά σας ευχαριστώ, κύριε της φιλόξενης τούτης κατοικίας». Οι δύο άντρες χαμογέλασαν. Τους διασκέδαζε να παίζουν τους πολυλογάδες αυλικούς όταν συναντιόνταν.
Ακολουθόντας τα επιπλα στο μικρο μαγαζί
Πέρασαν δίπλα από την Πιάτσα και κινήθηκαν ανατολικά. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από το παιχνίδι του επιπλου. Είχε ήδη ζήσει ένα περιπετειώδες μεσημέρι, δε σκόπευε να κάνει και το απόγευμα του δραματικό. Σε λίγο έφτασαν σε μια μικρή πλατεία με το αμφίσημο όνομα «επιπλα». Πλατεία του επιπλου ή πλατεία των επιπλων; Κούνησε το κεφάλι του επιτιμητικά. Είχε επηρεαστεί από τα μυστικά τάγματα, που, θολά και διακριτικά, αλλά και με εντυπωσιακή συχνότητα, εμφανίζονταν να συνοδεύουν την πορεία του αινιγματικού αξεσουαρ όσο ξεδιπλωνόταν η ερευνά του. Είδε το νεαρό να μπαίνει ξαφνικά σε ένα επιπλο-πωλείο, που έδειχνε μικροσκοπικό μπροστά στις προσόψεις των κτιρίων του 19ου αιώνα. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να τον ακολουθήσει, μα επειδή είχε αρχίσει να ψιχαλίζει δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Μπήκε στο μικρό κατάστημα, που είναι γεμάτο επιπλα. Ο νεαρός δε φαινόταν πουθενά. Πίσω από έναν ξύλινο πάγκο με γυάλινη επιφάνεια βρισκόταν ένας άντρας με φαλάκρα και περιποιημένο μούσι.
Τα επιπλα στην ζωή ενος περίεργου ανθρώπου.
Κλείνοντας το τηλέφωνο κράτησε για λίγο στο νου του την εικόνα του φίλου του. Ήταν ο πιο πολυταξιδεμένος άνθρωπος που γνώριζε τα πάντα γύρω από τα επιπλα. Μάλιστα είχε αρχίσει τα ταξίδια του από πολύ μικρός. Ο πατέρας του ήταν Ιταλός και η μητέρα του Ιταλοελληνίδα. Είχαν αποκτήσει το γιο τους στην Ιταλία, αλλά χώρισαν λίγο μετά τον ερχομό του παιδιού. Η μητέρα του τον πήρε μαζί της στην Ελλάδα. Μιλούσε σπάνια για τα παιδικά του χρόνια. Όποτε ο άνοιγε μια τέτοια συζήτηση, απέφευγε τις περισσότερες φορές, γεγονός που έκανε το συνομιλητή του πιο προσεκτικό την επόμενη φορά. Πιθανότατα τα παιδικά τραύματα μιας διαλυμένης οικογένειας ήταν αρκετός λόγος για να εξηγηθεί η δαιμονοποίηση του παρελθόντος ενός ανθρώπου. Από καιρό σε καιρό και εντελώς αποσπασματικά, είχε συλλέξει κάποιες πληροφορίες. Έτσι είχε καταλάβει ότι ο πατέρας του θα πρέπει να του έστελνε τακτικά χρήματα ή ίσως και να του είχε αφήσει κάποια σοβαρή κληρονομιά. Τα επιπλα πάντως ήταν σίγουρα του πατέρα του. Και ποτέ δεν είχε αναφέρει αν διατηρούσε επαφές με το γονιό του, πράγμα που το θεωρούσε απίθανο . Ίσως όλα αυτά τα ταξίδια και η διανοουμενίστικη ζωή φίλου του να ήταν ο δικός του τρόπος απόδρασης από το κελί της εσωστρέφειας όπου τον καθήλωνε το διαταραγμένο οικογενειακό παρελθόν του.
Που είναι οι συνεκτικοί δεσμοί
Ήταν σχεδόν απόγευμα και η πρωινή του συντροφιά είχε επιστρέψει. Αισθάνθηκε έντονο το αίσθημα της πείνας και άφησε με κάποια αόριστη δικαιολογία την βιβλιοθήκη με τα βιβλία για τα επιπλα της ζωής του, αλλά δεν μπορούσε να βρει συνεκτικούς δεσμούς ανάμεσα στον αριστερό καναπε και τον δεξιό καναπε, παιχνίδια μάλλον. Έμεινε για πολλή ώρα ψάχνοντας δεσμούς, συγκρίνοντας στιλ, προσπαθώντας να βρει ένα κρυφό ή φανερό σχέδιο. Άδικος κόπος. Η αρχική ευφορία της αποκάλυψης των κρυμμένων ραφιών έδωσε σταδιακά τη θέση της στην
απογοήτευση. Όταν πλέον σήκωσε το κεφάλι του από τις χειρόγραφες σελίδες, εγκαταλείποντας την προσπάθεια, ήταν πια μεσημέρι. Μάζεψε τις γραμμένες σελίδες καθώς και τη μια άγραφη σ’ έναν πάκο και τον απίθωσε στο κομοδίνο. Ξάπλωσε στο μισοστρωμένο κρεβάτι και κοίταξε προς το ταβάνι. Σε τρία δευτερόλεπτα είχε κοιμηθεί. Τον ξύπνησε το χτύπημα στην πόρτα. Σηκώθηκε ζαλισμένος να ανοίξει θα συμμαζέψει το σπίτι μόνη της, είπε. Βγήκε έξω στο δειλινό, το ποτισμένο από την αύρα του πελάγους κι από το μπαρούτι των πολιορκιών, από τη μυρωδιά του μούστου κι από τη μυρωδιά του αγώνα.
η εταιρεια
Εκείνο το βράδυ, σαν νέα που ήμουνα, κατάλαβα μερικά πράματα. Πρώτον, η διευθύντρια μισούσε θανάσιμα ότι και όποιον προερχόταν από τα άλλα τμήματα, δεύτερον, ο υποδιευθυντής είχε πάρε-δώσε με την πωλήτρια του ω αττικής και τρίτον, δεν ήξερα τίποτε για την προηγούμενη δουλειά του προϊσταμένου , πριν έρθει στην εταιρία μας. Κι ούτε έμαθα στα χρόνια που ακολούθησαν. Τάφος όλοι γύρω μου και κανείς δε μιλούσε.
Λα τα επιπλα της εταιρίας ήταν επιλογή της διευθύντριας, μολονότι δεν είχε καμία γνωση επί του θέματος, ότι projects υπήρχαν τα χειριζόταν η ίδια.
Πέρασαν χρόνια, δέκα ωμού φαίνεται, δε θυμάμαι πια, και κάποια μέρα ήρθε μια καθαρίστρια και μου ψιθύρισε κρυφά ότι η πωλήτρια είναι στα μπουρίνια της και θέλει να με δει. Απόρησα, φοβήθηκα κιόλας, μήπως το μάθει η προϊσταμένη μας, ζωντανή θα με έτρωγε. Η περιέργεια περιέργεια όμως. Έκανα κοπάνα από το γραφείο, έπλασα και μια ιστορία, σε περίπτωση που κάτι θα έβγαινε στο φανερό – αλλά ποιος θα με υποπτευόταν εμένα, τύπος και υπογραμμός ήμουνα μια ζωή, τα επιπλα στην εντέλεια χωρίς το παραμικρό, στρωματα, σαλόνι όλα κομπλέ.
Περιοδικά
Αυτό το περιοδικό είναι πολύ, πολύ διαφορετικό από όλα τα άλλα περιοδικά του κόσμου. Δεν υπερβάλλω καθόλου. Είναι σαν τα επιπλα, ξεχωρίζει γιατί είναι το μόνο που διαλέγει τον αναγνώστη του. Μάλιστα, μόλις τυπώσει και δέσει τις σελίδες του, στοιβάζεται σε διάφορα σημεία της πόλης επιλέγοντας αναγνώστες. Επιλέγει αυτούς που δεν έχουν χάσει το πάθος της αναζήτησης, της ανακάλυψης, των ταξιδιών, των προϊόντων. Κοιτά στα μάτια κάθε περαστικού και βρίσκει νέες, φρέσκες, παιδικές ματιές. Πιστεύει στη δύναμη της γνώσης, τις τιμές. Αυτό είναι το δώρο του σε όσους ασχοληθούν μαζί του. Μια γνώση, όμως, που περνά τα όρια της απλής πληροφόρησης, που η χρήση αυτής βοηθάει τον αναγνώστη να αναπτύξει και να βελτιώσει την προσωπικότητά του. Ακόμα και όταν χρησιμοποιείται άτσαλα, όπως σαν θέμα συζήτησης πάνω από τραπεζάκια του καφέ, την ώρα που οι κουβέντες και τα τσι- γάρα της παρέας έχουν τελειώσει. Αυτή τη φορά, το περιοδικό επέλεξε να ξαναμπεί στη θάλασσα της τέχνης και να ψάξει στη λογοτεχνία, στην ανθρώπινη ιστορία και στην ποπ κουλτούρα για το μπαρ. Ο αρχηγός, ως ο κυρίαρχος όλων των θαλασσών, κατοικεί και σε αυτή τη θάλασσα. Από εκεί που σκάει το κύμα μέχρι την πιο βαθιά άβυσσο. Ξεκινά από τη Βίβλο σαν δημιούργημα του καλού και αγαθού ιουδαϊκού Θεού. Αρχικά, ο Μεγάλος Αλάνθαστος, την πέμπτη ημέρα της δημιουργίας έφτιαξε δύο αρχηγούς, έναν αρσενικό και ένα θηλυκό, αλλά, εάν το είδος συνέχιζε να ανα- παράγεται, θα κατέστρεφε τον κόσμο, όποτε ο σοφός Θεός ενέργησε ξανά και έσφα- ξε το θηλυκό. Έμεινε μόνο ένα, αλλά αρκετά μεγάλο, τόσο σε μέγεθος όσο και σε κακία, γι’ αυτό οι άνθρωποι το ταξινομούσαν στη λίστα των Κακών μαζί με το τραπεζι, το επιπλο, τον καναπε και τον Ζίζ. Παρόλο που ο Μίλτον στις περιγραφές του Χαμένου Παραδείσου χρησιμοποιεί τον όρο αρχηγός για να περιγράψει το μέγεθος και τη δύναμη του επιπλου.