Πέρασαν δίπλα από την Πιάτσα και κινήθηκαν ανατολικά. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από το παιχνίδι του επιπλου. Είχε ήδη ζήσει ένα περιπετειώδες μεσημέρι, δε σκόπευε να κάνει και το απόγευμα του δραματικό. Σε λίγο έφτασαν σε μια μικρή πλατεία με το αμφίσημο όνομα «επιπλα». Πλατεία του επιπλου ή πλατεία των επιπλων; Κούνησε το κεφάλι του επιτιμητικά. Είχε επηρεαστεί από τα μυστικά τάγματα, που, θολά και διακριτικά, αλλά και με εντυπωσιακή συχνότητα, εμφανίζονταν να συνοδεύουν την πορεία του αινιγματικού αξεσουαρ όσο ξεδιπλωνόταν η ερευνά του. Είδε το νεαρό να μπαίνει ξαφνικά σε ένα επιπλο-πωλείο, που έδειχνε μικροσκοπικό μπροστά στις προσόψεις των κτιρίων του 19ου αιώνα. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να τον ακολουθήσει, μα επειδή είχε αρχίσει να ψιχαλίζει δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Μπήκε στο μικρό κατάστημα, που είναι γεμάτο επιπλα. Ο νεαρός δε φαινόταν πουθενά. Πίσω από έναν ξύλινο πάγκο με γυάλινη επιφάνεια βρισκόταν ένας άντρας με φαλάκρα και περιποιημένο μούσι.
Archives
Blogroll
